Run Away

A fullmetal heart

Posted in Uncategorized by dimokratis on January 10, 2012

“A lesson without pain is meaningless. That’s because no one can gain without sacrificing something. But by enduring that pain and overcoming it, he shall obtain a powerful, unmatched heart. A fullmetal heart.”
Hiromu Arakawa, Fullmetal Alchemist, Vol. 25

Πολύ πρόσφατα ξαναπαρακολούθησα το Fullmetal Alchemist: Brotherhood, μια από τις περισσότερο δημοφιλείς anime σειρές (στηριζόμενη στο ομώνυμο manga). Το συστήνω ανεπιφύλακτα, ακόμη και αν δεν είστε fan του είδους. Για να μην πολυλογώ, στην τελευταία του σκηνή, ο κεντρικός χαρακτήρας βρίσκεται μέσα σ’ ένα βαγόνι, ταξιδεύοντας για να μάθει περισσότερα για τον κόσμο στον οποίο ζει. Το απόσπασμα που παραθέτω παραπάνω αποτελεί τις σκέψεις του, όπως τις αποδίδει η Arakawa στο manga, λίγο πριν από το κλείσιμο της σειράς. Συνοψίζει, θα μπορούσε να πει κανείς, ένα από τα κεντρικά μοτίβα στα οποία κινείται το έργο.

Επειδή το σκεφτόμουν αρκετά τις τελευταίες μέρες, θα ήθελα να γράψω κάτι πάνω σ’ αυτό. Βασικά θα κάνω μια προσπάθεια να το αναλύσω, γιατί όταν το άκουσα, όντας φορτισμένος και από τη σειρά, ψιλοανατρίχιασα. Επειδή το συναίσθημα δεν μπορώ να το μεταφέρω (συστήνω και πάλι να το δείτε-διαβάσετε), ίσως καταφέρω να δείξω γιατί μου μοιάζει σημαντικό. Από δω και στο εξής θα αναφέρω το απόσπασμα ως “κείμενο”.

Προτεραιότητα, βέβαια, αποτελεί ο ορισμός των εννοιών που παρουσιάζονται στο κείμενο και η κωδικοποίησή τους σε λέξεις (στα ελληνικά εδώ), ώστε να μπορέσω να είμαι περισσότερο συγκεκριμένος (και να γράφω λιγότερα). Έχουμε λοιπόν, με τη σειρά που εμφανίζονται (στην παρένθεση δίπλα από κάθε έννοια θα βάλω τη λέξη-κωδικό που θα χρησιμοποιώ από δω και στο εξής):

- “lesson” (μάθημα): η διαδικασία επίτευξης στόχων (σε μεγάλες, γενικά, χρονικές κλίμακες) μέσα από την ολοκλήρωση αυστηρών, για κάθε μάθημα, καθηκόντων

- “pain” (πόνος): ανεπιθύμητη κατάσταση που, στην περίπτωση αυτόνομης ύπαρξής της, θα απέφευγε οποιοδήποτε άτομο, αν είχε τη δυνατότητα

- “gain” (κέρδος): το σύνολο όλων των στόχων που πετυχαίνει ένα μάθημα, μπορεί να επιτευχθεί από διαφορετικά μάθηματα (δεν αποτελεί καθοριστικό, λοιπόν, παράγοντα ενός συγκεκριμένου αντικειμένου της έννοιας μάθημα) χωρίς η πραγμάτωσή του να τα απαιτεί πάντα

- “fullmetal heart” (καρδιά): ο στόχος της αξιοποίησης του πόνου στα πλαίσια ενός μαθήματος

Μέσα στο συγκεκριμένο κείμενο μπορεί κανείς να διακρίνει δύο άξονες, οι οποίοι παρουσιάζουν παρόμοια κύρια δομή. Ο πρώτος αφορά το ζευγάρι μάθημα-κέρδος, ενώ ο δεύτερος το ζευγάρι πόνος-καρδιά, με τη βασική τους δομή να κινείται στο σύνηθες μοτίβο αιτίου-αποτελέσματος (η κύρια δομή). Έτσι, το κέρδος αποτελεί το αποτέλεσμα του μαθήματος  και η καρδιά αποτελεί το αποτέλεσμα του πόνου. Επιπλέον, το περιεχόμενο του κειμένου εμφανίζεται μια σημαντική παραδοχή: για να είναι λειτουργικό το ζευγάρι μάθημα-κέρδος, απαραίτητη είναι η ύπαρξη του πόνου.

Μπορούμε τώρα να περάσουμε στο ψητό. Αυτό που αντιλαμβάνομαι ως το κεντρικό μήνυμα του κειμένου είναι η υποστήριξη της θέσης που αφορά την αξιοποίηση του ζεύγους πόνος-καρδιά. Δεχόμενοι πως η αναζήτηση του κέρδους αποτελεί κύρια επιδίωξη για κάθε άτομο, τα  μαθήματα μοιάζουν καλοί τρόποι για την προσέγγισή του. Τα μαθήματα όμως είναι αναγκαστικά (από την παραδοχή του κειμένου) συνδεδεμένα με τον πόνο, κάτι το οποίο είτε κάνει την επίτευξη του κέρδους δυσκολότερη (χρονικά και υλικά) είτε μειώνει την αξία του κέρδους (η αξία του κέρδους θα ήταν βολικό να εξαρτάται όχι μόνο από το πλήθος, αλλά και την “ποιότητα” των στόχων), εξαιτίας της υποχώρησης στην εκπλήρωση κάποιων καθηκόντων. Η πρόταση είναι απλή: ενσωμάτωση ενός επιμέρους στόχου μέσα στο μάθημα, ο οποίος αφορά την αποδοχή του πόνου και την ανάπτυξη της αντοχής του ατόμου απέναντί του, την καρδιά.

Το αποτέλεσμα της εφαρμογής της πρότασης αυτής φαίνεται να μην έχει σχέση με το κέρδος του μαθήματος στο οποίο γίνεται, αφού δεν κάνει την αξία του μεγαλύτερη. Η συσσώρευση κερδών που θα περιέχουν καρδιές από πολλά μαθήματα, όμως, μπορεί να οδηγήσει στη μείωση των αρνητικών επιδράσεων του πόνου στο κέρδος μέσα σ’ ένα μάθημα, όπως αυτές περιγράφηκαν παραπάνω (δυσκολότερη επίτευξη και μείωση αξίας). H καρδιά δίνει τη δυνατότητα στο άτομο να προσδιορίζει καλύτερα τους στόχους του και να αποζητά με μεγαλύτερη διάθεση το κέρδος, αφήνοντας στην άκρη ο,τιδήποτε μπορεί να το αποσπούσε (το ατόμο) από την επίτευξή του.

Σίγουρα η ανάλυση που έγινε επηρεάζεται από τους ορισμούς που δόθηκαν, αλλά δεν έχω ακόμη σκεφτεί εναλλακτικές ερμηνείες. Ίσως αύριο. Αυτά.

Ελπίζω πως κάθε άτομο θα καταφέρει να σφυρηλατίσει την fullmetal heart του :)

Μαγκιές

Posted in Uncategorized by dimokratis on May 2, 2011

Θα έχω να λέω πως η αρχή αυτού του ποστ έγινε στο κινητό μου. Δεν παίζει να τα καταφέρω να τελειώσω, δεν είναι και τόσο εύκολο να γράφω εδώ πέρα.

EDIT

Και προφανώς όποιος κάνει μαγκιές, την πατάει! Το ποστ ανέβηκε κατά λάθος, δεν ήθελα να το ανεβάσω μέχρι να γράψω κάτι σοβαρό, αλλά δεν πειράζει τώρα :)

Αφαίρεση

Posted in Uncategorized by dimokratis on March 2, 2011

Βρίσκω την αφαίρεση μια από τις ομορφότερες διεργασίες με τις οποίες προσεγγίζουμε το φυσικό κόσμο ή, για να είμαι πλήρης, τα γεγονότα, όλα αυτά που συμβαίνουν. Εννοώ βέβαια την ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει, μέσα σε ένα παρατηρούμενο σύστημα, ποια στοιχεία του μπορεί να χαρακτηριστούν ως μεταβλητές.

Το πιθανότερο είναι να το έχω ακούσει από κάπου αλλού, αλλά το πιο παραστατικό παράδειγμα που μου έρχεται στο μυαλό είναι μια παρτίδα σκάκι. Παρακολουθώντας ένα τέτοιο παιχνίδι, είτε γνωρίζοντας, είτε όχι τους κανόνες, μπορεί κανείς να παρατηρήσει πως η απαραίτητη μονάδα για τη διεξαγωγή του παιχνιδιού είναι το πιόνι, το οποίο μπορεί να εμφανίζεται σε διαφορετικές μορφές. Επιλέγω το πιόνι μου να είναι το παρατηρούμενο σύστημα και η ικανότητα να συνθέτω την έννοια του πιονιού είναι η αφαίρεση. Ανεξάρτητα με τη μορφή του ή το χρώμα του, μπορώ να χαρακτηρίσω μια μονάδα ως πιόνι, αν έχει κάποια συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, σταθερά για τον ορισμό του συστήματος, μέσα στο οποίο θα κινούνται οι μεταβλητές. Αυτές θα το κάνουν ένα μαύρο άλογο ή ένα λευκό πύργο. Η αφαίρεση φαίνεται να είναι απαραίτητη στη διαδικασία ορισμού ενός συστήματος γεγονότων, καθώς επιτρέπει τη διαλογή των βασικών του στοιχείων από τις μεταβλητές. Συνεισφέρει στη μετατροπή ενός παρατηρούμενου συστήματος σε ένα καλώς ορισμένο σύστημα.

Η αφαίρεση είναι ιδιαίτερα σημαντική γιατί δίνει την αφορμή για την εισαγωγή νέων εννοιών, όπως αυτών της συνάρτησης ή της εξάρτησης. Μελετώντας ένα παρατηρούμενο σύστημα ως ένα καλώς ορισμένο σύστημα, μπορεί κανείς να αναρωτηθεί αν η μεταβολή μιας μεταβλητής μπορεί να απεικονιστεί ως μεταβολή μιας άλλης μεταβλητής, με βάση ένα σταθερό κανόνα, τη συνάρτηση. Η εισαγωγή της έννοιας αυτής ενισχύει το έργο της αφαίρεσης στον τομέα της δημιουργίας καλώς ορισμένων συστημάτων, καθώς οι συναρτήσεις μπορεί να μετατρέπονται σε βασικά χαρακτηριστικά ενός συστήματος. Επιπλέον, οι συναρτήσεις μπορεί να δείξουν το δρόμο στην ανακάλυψη εξαρτήσεων μεταξύ των μεταβλητών, σχέσεων αιτίου-αποτελέσματος δηλαδή μεταξύ των γεγονότων που συμπεριφέρονται ως μεταβλητές. Αυτό βέβαια προϋποθέτει τον ορισμό απλών συναρτήσεων, αλλά είναι μια άλλη κουβέντα :)

Η γλώσσα μοιάζει να δουλεύει με τον ίδιο μηχανισμό. Μια έννοια, η οποία απεικονίζεται σε μια λέξη συνήθως, είναι το αποτέλεσμα της απογύμνωσης ενός παρατηρούμενου συστήματος. Η γραμματική είναι το αποτέλεσμα της προσπάθειας δημιουργίας ενός καλώς ορισμένου συστήματος, στο οποίο οι λέξεις θα είναι οι μεταβλητές. Και μπορεί κανείς να αντιληφθεί τη σημασία αυτού, καθώς η γλώσσα αποτελεί το κυριότερο όργανο με το οποίο σκεφτόμαστε, ό,τι βέβαια και να σημαίνει αυτό.

Οφείλει φυσικά κανείς να παρατηρήσει πως η λειτουργία αυτή σχετίζεται άμεσα με την αντίληψη των γεγονότων από τον άνθρωπο. Είναι δύσκολο να την ανάγει κανείς σε πραγματικότητα των γεγονότων και να συμπεράνει πως υπάρχουν μεταβλητές και σταθερές στα παρατηρούμενα συστήματα. Και λέγοντας δύσκολο εννοώ πως σηκώνει συζήτηση. Γιατί ακριβώς τα συστήματα που οι ίδιοι οι άνθρωποι περιγράφουν είναι παρατηρούμενα. Παρόλ’ αυτά, η αφαίρεση φαίνεται να δουλεύει αρκετά καλά, οπότε μπορούμε συχνά να παρακάμψουμε αυτό το κομμάτι :)

Κλείνω με κάποιες σκέψεις σχετικά με τους τρόπους γένεσης της ικανότητας αυτής. Η αφαίρεση μοιάζει να απαιτεί, σε πρώτο στάδιο, ένα αισθητηριακό σύστημα που δέχεται ερεθίσματα από το περιβάλλον, αρκετά ικανό ώστε να διακρίνει μεταξύ αυτών. Αυτό μεταφράζει το ερέθισμα σε μεταβλητή ενός συστήματος με απαραίτητο στοιχείο το αισθητηριακό σύστημα. Γίνεται, με αυτόν τον τρόπο, μια πρώτη, ασυνείδητη θα μπορούσε να πει κανείς, επαφή με την έννοια αυτή. Σε επόμενο στάδιο, η ανάπτυξη πολλαπλών αισθητηριακών συστημάτων επιτρέπει και τη μεταβλητότητα στα αισθητηριακά συστήματα (μια δεύτερη μεταβλητή μετά τα ερεθίσματα), δημιουργώντας έτσι ένα διαφορετικό βασικό στοιχείο, την αίσθηση. Σ’ αυτό το επίπεδο ενισχύεται σε μεγάλο βαθμό η ικανότητα της αφαίρεσης, αφού μπορούν να γίνουν αντιληπτά (με την υπόθεση ότι υπάρχει κάποιο κέντρο υποδοχής των σημάτων από τα αισθητηριακά συστήματα) χρήσιμα στοιχεία, όπως η πολλαπλότητα των μεταβλητών σε ένα σύστημα (άρα μεταβλητή και ο αριθμός των μεταβλητών) ή η σχέση γενικού-ειδικού (μεταφρασμένη και σε σχέση αιτίου-αποτελέσματος καμιά φορά) μέσα από την επανάληψη του ορισμού των βασικών στοιχείων ενός καλώς ορισμένου συστήματος.

Ψάχνοντας θέση – Το Μέρος 1ο δε χρειάζεται για να λυθούν τα προβλήματα (Μέρος 2ο)

Posted in Ethics by dimokratis on December 28, 2010

Μπορεί το προηγούμενο post της σειράς να ήταν λίγο μπερδευτικό, αλλά νομίζω πως εδώ τα πράγματα γίνονται περισσότερο απλά. Πρώτα πρώτα, θα πρέπει κανείς να ασχοληθεί με την έννοια της θέσης.

Θα προσπαθήσω να δώσω έναν ορισμό με βάση αυτά που ανέφερα στο προηγούμενο post.

  • Στην περίπτωση των “θεωρητικών” ζητημάτων, η θέση ενός ατόμου αποτελεί τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται τη σχέση μεταξύ δύο προτάσεων (με χαρακτήρα αιτίου-αποτελέσματος), δηλαδή τον τελεστή =>, μόνο όταν οι προτάσεις αυτές δεν προέρχονται από την εμπειρία του (εξωτερικό περιβάλλον). Τα μέρη τους μπορεί να προέρχονται από την εμπειρία του, παρόλα αυτά, οι ίδιες δεν ανήκουν στο ίδιο σύνολο, εξαιτίας του τρόπου με τον οποίο διατάσσουν τα μέρη τους.
  • Στην περίπτωση των “πρακτικών” ζητημάτων, η θέση ενός ατόμου έχει ιδιαίτερα απλό περιεχόμενο και αφορά τον τρόπο με τον οποίο ένα άτομο ελέγχει την εγκυρότητα ενός συλλογισμού. Σχετίζεται, δηλαδή, με την αντίληψη της εγκυρότητας σε μια δοσμένη ακολουθία αιτίων-αποτελεσμάτων.

Η θέση ενός ατόμου, σ’ αυτήν την περίπτωση, θα ονομάζεται προσωπική αν και μόνο αν το άτομο αυτό μπορεί να δημιουργήσει έναν τελεστή =>, ο οποίος θα προηγείται της πρότασης Π, η οποία αποτελεί τη διατύπωση της θέσης του, και θα τη συνδέει με μια άλλη πρόταση Α, το αίτιο αυτής (Α=>Π). Τον ονομάζουμε τελεστή επειδή κάνει μια “πράξη” πάνω στην πρόταση Α, παράγοντας την πρόταση Π, Διαφορετικά, μια θέση μπορεί να χαρακτηριστεί ως προσωπική μόνο εφόσον μπορεί να αιτιολογηθεί σωστά. Το επαρκώς δεν είναι απαίτηση του ορισμόυ, δηλαδή η πρόταση Α μπορεί να είναι απλή (να μην αποτελεί συλλογισμό), παρόλα αυτά, ο τελεστής => πρέπει να λειτουργεί σωστά, να είναι καλώς ορισμένος.

Εύκολα, λοιπόν, μπορεί κανείς να διακρίνει τη διαφορά που παρατηρείται στα δύο είδη των ζητημάτων, όταν γίνεται η προσπάθεια δημιουργίας θέσεων. Οι θέσεις που σχετίζονται με τα “πρακτικά” ζητήματα μπορούν ευκολότερα να προκύψουν, καθώς το περιεχόμενό τους αφορά μόνο την έγκριση ή την απόρριψη ενός συλλογισμού. Άρα η αντίληψη ενός ατόμου σχετικά με αυτές αφορά, γενικά, δύο μόνο καταστάσεις. Άρα η δημιουργία τόσο της πρότασης Π όσο και η εύρεση του κατάλληλου συλλογισμού, για την αιτιολόγησή της, γίνεται ευκολότερα από την άλλη κατηγορία.
Στη διατύπωση θέσεων σχετικά με τα “θεωρητικά” ζητήματα, περιλαμβάνεται η διαδικασία έγκρισης ή απόρριψης ενός τελεστή =>, αλλά και διαλογής μεταξύ όλων των πιθανών τελεστών, μέσα από αυτήν τη διαδικασία, καθώς αφορά την αντίληψη ενός τελεστή. Άρα πρέπει κάποιος να υπάρχει. Και αυτό αυξάνει, σε μεγάλο βαθμό, τον αριθμό των καταστάσεων που θα πρέπει να αντιληφθεί το άτομο, άρα αυξάνεται η δυσκολία δημιουργίας της κατάλληλης πρότασης Π. Αυτό και μόνο δυσχεραίνει τη διαδικασία.

Προσωπική, λοιπόν, θέση μπορεί ευκολότερα να προκύψει στην περίπτωση των “πρακτικών” ζητημάτων, με το ευκολότερα εδώ να αντιστοιχεί όχι στο λιγότερο κόπο, αλλά στο μικρότερο αριθμό δεδομένων που πρέπει να αντιληφθεί το άτομο για τη διατύπωση μιας τέτοιας θέσης. Παράλληλα, μπορεί κανείς να αντιληφθεί πως η διατύπωση μιας θέσης πάνω σε ένα “θεωρητικό” ζήτημα είναι πάντοτε προσωπική, καθώς η διαδικασία αιτιολόγησης που περιγράφηκε παραπάνω πρέπει να γίνει για τη δημιουργία και μόνο ενός τέτοιου συλλογισμού.

Προβλήματα που φαίνεται να προκύπτουν συχνά μεταξύ των ανθρώπων, σχετικά με την κυριότητα των θέσεων (την απόφανση για το αν είναι προσωπικές ή όχι), οφείλονται πιθανότατα στην αδυναμία ταξινόμησης, με βάση το σύστημα που ανέπτυξα στα δύο αυτά post του ζητήματος (το οποίο αφορά η θέση) σε μια από τις δύο κατηγορίες. Κι αυτό από μόνο του μπορεί να έχει συνέπειες ιδιαίτερες, καθώς η ασυννενοησία των ατόμων, σχετικά με μια τέτοια απόφανση, οδηγεί σε ακατάλληλη σύγκριση (δεν μπορεί να γίνεται με διαφορετική βάση – διαφορετικό ζήτημα). Παράλληλα, πολλές φορές δημιουργούνται προτάσεις της μορφής “η θέση Θ είναι προσωπική”, οι οποίες, σε τέτοιες περιπτώσεις, πρέπει να επαληθευτούν ή να διαψευστούν. Αυτή η διαδικασία απαιτεί, όπως μπορείτε να φανταστείτε, έναν επιπλέον ορισμό, ο οποίος θα πρέπει να παρουσιάζεται στα άτομα που θέλουν να επαληθεύσουν ή να διαψεύσουν προτάσεις αυτού του είδους, ώστε να αποφεύγεται, όμοια με πριν, η α-νοησία της σύγκρισης με βάση πολλές μεταβλητές. Τα προβλήματα που διακρίνω, λοιπόν, σε τέτοια θέματα δεν είναι τόσο αποτέλεσμα της δυσκολίας ορισμού της προσωπικής θέσης (πράγμα το οποίο προσπάθησα να κάνω, ώστε να δώσω ένα παράδειγμα στη δημιουργία αντίστοιχων ορισμών), αλλά προβλήματα ασυννενοησίας των διαπληκτιζόμενων σχετικά με τις βασικές αρχές που τα θεμελιώνουν.

Tagged with: ,

Ψάχνοντας θέση – Η φύση των ζητημάτων (Μέρος 1ο)

Posted in Uncategorized by dimokratis on November 7, 2010

Η σειρά αυτή θα αποτελείται από 2 post, επειδή, αν ήταν 1, δε νομίζω να κατάφερνα να το τελειώσω απόψε και θα έπεφτε και βαρύ. Το θέμα, με το οποίο ασχολείται, είναι ο ορισμός της έννοιας της προσωπικής θέσης και η διερεύνηση των προβλημάτων, τα οποία φαίνεται να δημιουργεί αυτός.

Αν προσπαθούσαμε να ορίσουμε τη φύση της προσωπικής θέσης ενός ατόμου πάνω σε ένα συγκεκριμένο ζήτημα, καλό θα ήταν να ξεκινήσουμε μελετώντας τη φύση των “διαθέσιμων” ζητημάτων. Θα ήθελα να αντιστοιχίσω τα τελευταία σε μια ερώτηση, μια ερώτηση η οποία είναι ο γεννήτορας του προβληματισμού, γύρω από τον οποίο ενεργούν, προσπαθώντας να βρουν την απάντηση . Τα ζητήματα, λοιπόν, μπορούν να ταξινομηθούν σε δύο κατηγορίες, των οποίων τα ονόματα μου φαίνονται λίγο περίεργα έτσι όπως τα έβαλα, αλλά τι πειράζει, αρκεί να μας εξυπηρετούν (το να έβαζα απλά τα ζητήματα Α και τα ζητήματα Β θα ήταν λιγάκι κρύο, ε;).

  • Τα “θεωρητικά” ζητήματα ή, αλλιώτικα, τα ζητήματα τα οποία απαντούν σε ερωτήσεις του “γιατί”, τα οποία είναι συνήθως προβλήματα αναζήτησης αιτιακών σχέσεων μέσα από τη διατύπωση επαρκών ορισμών ή τη δημιουργία μοντέλων.
  • Τα “πρακτικά” ζητήματα ή ζητήματα που απαντούν σε ερωτήσεις του “πώς”, τα οποία εμφανίζονται συχνά κατά την προσπάθεια αξιοποίησης στο μέγιστο των απαντήσεων στα πρώτα ζητήματα. Αλλιώτικα, μπορεί κανείς να πει πως, δεδομένης μιας αιτιακής σχέσης, προσπαθούν να εξακριβώσουν την αλήθεια της, ελέγχοντάς όλες τις πιθανές της εφαρμογές.

Για να γίνει περισσότερο εμφανές, ας θεωρήσουμε (αυτή τη φορά δε γλιτώνω τα γράμματα) τις, διαφορετικές μεταξύ τους, προτάσεις Α και Β. Διαφορετικές εδώ σημαίνει εννοιολογικά διαφορετικές, χωρίς η μία να αποτελεί επαναδιατύπωση της άλλης (π.χ. οι προτάσεις “ο Δήμος φοράει γυαλιά όταν γράφει στον υπολογιστή” και “υπάρχουν γυαλιά στο κεφάλι του Δήμου ενώ γράφει στον υπολογιστή” δεν είναι διαφορετικές). Ο συμβολισμός Α=>B δηλώνει ότι η πρόταση Α αποτελεί αίτιο της πρότασης Β ή, διαφορετικά, πως η πρόταση Β αποτελεί αποτέλεσμα της πρότασης Α (ακόμη ένα παράδειγμα ισοδύναμων προτάσεων, οι οποίες περιέχουν τη φύση του παραπάνω συμβολισμού). Το ίδιο μπορεί να γίνει και για περισσότερες από δύο διαφορετικές προτάσεις, γράφοντας Α=>Β=>Γ. Η τελευταία ακολουθία προτάσεων θα ονομάζεται ακολουθία αιτίων-αποτελεσμάτων μόνο αν οι σχέσεις Α=>Β, Β=>Γ και Α=>Γ είναι σχέσεις αιτίου-αποτελέσματος, με το ίδιο να συμβαίνει για οποιοδήποτε πλήθος προτάσεων, το οποίο ικανοποιεί όμοιες προϋποθέσεις με το παραπάνω.

Ένα “θεωρητικό” ζήτημα αναζητά μια πρόταση Π, σε μια ακολουθία αιτίων-αποτελεσμάτων οποιουδήποτε πλήθους, π.χ. της Α=>Β=>Γ=>Δ, έτσι ώστε να είναι Π=>Α, με την Π να είναι διαφορετική από την Α.

Ένα “πρακτικό” ζήτημα ελέγχει αν, σε μια ακολουθία αιτίων-αποτελεσμάτων Α=>Β=>Γ με Π=>Α, η ακολουθία Π=>Α=>Β=>Γ είναι κι αυτή ακολουθία αιτίων-αποτελεσμάτων. Ελέγχει δηλαδή την “εγκυρότητα” των σχέσεων Π=>Β και Π=>Γ.

Χρησιμοποιώντας το συγκεκριμένο μοντέλο ζητημάτων, θα προσπαθήσω στο επόμενο post να περιγράψω τα προβλήματα που σχηματίζονται κατά τη διατύπωση των προσωπικών θέσεων σε ζητήματα των παραπάνω κατηγοριών.

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.